Skip to Content

ΘΡΗΣΚΙΟΣ Η ΑΜΑΡΤΟΛΟΣ

δούλευα χρόνια στα ξένα
κι έκανα λίγα λεπτά
κι όταν ήρθα στην πατρίδα
τα αξιοπίησα αυτά

πήρα πέτρες σκαλισμένες
μάρμαρο πεντελικό
κι έκτισα κάπου ένα σπίτι
σαν ωραίο αρχοντικό

έβαλα σ’όλες τις πόρτες
κάγκελα και σιδεριές
και να κλείνουν με αμπάρες
απ’τις δύο τις μεριές

πήρα ένα μεγάλο σκύλο
να γυρίζει στην αυλή
να φοβούνται οι διαρρήκτες
να πατήσουν το σκαλί

όμως ένοιωθα μιά θλίψη
απ’το βράδυ ως το πρωί
δεν μου άρεσαν τα τείχη
θέλω ελεύθερη ζωή

πήρα σίδερα τσιμέντο
υλικά ένα σωρό
κι έκτισα αλλού ένα σπίτι
τ’όκτισα σαν οχειρό

βάζω σύστημα στης πόρτες
με καλό συναγερμό
να τρομάζουν οι διαρρήκτες
σε τυχόν παραβιασμό

μα και εκεί το ίδιο νοιώθω
θλίψη βάρος στην ψυχή
δεν μπορώ να ζήσω μέσα
θέλω ελεύθερη ζωή

τώρα κάθομαι και βλεπω
τα ελέυθερα πουλιά
πώς περνούν ευτυχισμένα
και πώς κτίζουν την φωλιά

παίρνουν φύλλα ξεραμένα
παίρνουν χώμα και νερό
και στεριώνουν την φωλιά τους
με θεμέλιο γερό
πούλησα τα δυό μου σπίτια
κι αυτά που εισέσπραξα
έκτισα μιά εκκλησία
κάτι κι εγώ έφτειαξα

κι έκτισα κι εγώ ένα σπίτι
σε ψηλού βουνού κορφή
φτωχικό χωρίς καμάρες
κι είχε μία οροφή

φύτεψα μεσ’την αυλή μου
διόσμο και βασιλικό
μαργαρίτες και βιολέτες
κι είναι το μοναδικό

τώρα ζώ μέσα στην φύση
απ΄τον κόσμο μακριά
γιατί μοιάζουν οι ανθρώποι
σαν της ζούγκλας τα θεριά

κάποτε πήγα στην πόλη
να ψωνίσω πράγματα
κι έφυγα απο το σπίτι
απο τα χαράματα

γύρισα την ίδια μέρα
κι όταν σπίτι έφθασα
τώβρα μαύρο καπνισμένο
το μυαλό μου έχασα

κάποιος κλέφτης μπήκε μέσα
και δεν βρήκε τίποτα
έβαλε φωτιά στο σπίτι
κι έφυγε ανύποπτα